Οι κοινωνικές, τεχνολογικές και συναισθηματικές αιτίες μιας αθόρυβης απώλειας
Γιατί πέθανε ο ρομαντισμός;

Ο ρομαντισμός, όχι ως ιστορικό καλλιτεχνικό ρεύμα αλλά ως στάση ζωής, μοιάζει σήμερα περισσότερο με ανάμνηση παρά με βιωμένη εμπειρία. Δεν εξαφανίστηκε απότομα· ξεθώριασε σταδιακά, κάτω από το βάρος μιας εποχής που μετρά, επιταχύνει και αποδομεί τα πάντα. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν πέθανε, αλλά πώς και γιατί έπαψε να είναι κυρίαρχος.
Πρώτος «δολοφόνος» του ρομαντισμού είναι η ταχύτητα. Ζούμε σε έναν κόσμο στιγμιαίων αντιδράσεων, όπου τα συναισθήματα πρέπει να χωρέσουν σε ένα story 15 δευτερολέπτων και οι σχέσεις να αποδώσουν άμεσα νόημα, απόλαυση ή όφελος. Ο ρομαντισμός όμως απαιτεί χρόνο: για να χτιστεί η προσμονή, να ωριμάσει η επιθυμία, να υπάρξει σιωπή. Σε μια κοινωνία που φοβάται το κενό και τη βραδύτητα, ο ρομαντισμός μοιάζει πολυτέλεια.
Δεύτερος λόγος είναι ο κυνισμός που βαφτίστηκε ρεαλισμός. Μας έμαθαν ότι όποιος ελπίζει πολύ, πληγώνεται περισσότερο· ότι η υπερβολική ευαισθησία είναι αδυναμία και ότι το να επενδύεις συναισθηματικά είναι ρίσκο που δεν «αξίζει». Έτσι, αντί να προστατεύουμε την καρδιά μας με θάρρος, την θωρακίσαμε με ειρωνεία. Ο ρομαντισμός δεν πέθανε επειδή ήταν ψεύτικος, αλλά επειδή θεωρήθηκε επικίνδυνος.
Τρίτος και καθοριστικός παράγοντας είναι η εμπορευματοποίηση των συναισθημάτων.
Η αγάπη έγινε προϊόν, τα ραντεβού έγιναν επιλογές σε κατάλογο και η επιθυμία αλγόριθμος. Όταν τα πάντα μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα, τίποτα δεν βιώνεται ως μοναδικό. Ο ρομαντισμός, όμως, βασίζεται ακριβώς σε αυτό: στη μοναδικότητα του άλλου, στη μη επαναληψιμότητα της στιγμής.
Κι όμως, ίσως ο ρομαντισμός δεν πέθανε στ’ αλήθεια. Ίσως απλώς κρύφτηκε. Επιβιώνει σε μικρές, σχεδόν αθέατες πράξεις: σε ένα μήνυμα χωρίς λόγο, σε μια σιωπηλή παρουσία, σε μια επιλογή που δεν είναι συμφέρουσα αλλά αληθινή. Δεν είναι πια θορυβώδης ούτε θεατρικός. Είναι πιο εσωτερικός, πιο ντροπαλός, πιο σπάνιος.
Ίσως τελικά το ερώτημα να μην είναι γιατί πέθανε ο ρομαντισμός, αλλά αν είμαστε εμείς έτοιμοι να τον αντέξουμε ξανά. Γιατί ο ρομαντισμός δεν ζητά τελειότητα· ζητά έκθεση. Και αυτό, σε μια εποχή φόβου και ελέγχου, είναι η πιο ριζοσπαστική πράξη απ’ όλες.



